
Η υπερβολή στις μετεγγραφικές περιόδους δεν αποτελεί ούτε καινούργιο φαινόμενο ούτε (ασφαλώς) κυπριακή… εφεύρεση. Υπάρχουν αμέτρητα παραδείγματα ποδοσφαιριστών που παρουσιάστηκαν ως τεράστιες αγωνιστικές και οικονομικές υπερβάσεις, αλλά μερικούς μήνες αργότερα αποχώρησαν ως αποτυχημένοι. Εν ολίγοις, στην ποδοσφαιρική… γλώσσα, οι «βόμβες» του καλοκαιριού μετατράπηκαν σε μετεγγραφικά «παλτά» πριν καν ολοκληρωθεί η σεζόν.
Απλή υπενθύμιση: ο άγραφος κανόνας των μετεγγραφών λέει ότι, εφόσον μία ομάδα πετύχει ποσοστό επιτυχίας πάνω από 60% στα νέα αποκτήματά της, τότε ο προγραμματισμός θεωρείται επιτυχημένος. Με απλά λόγια, εάν από πέντε προσθήκες αποδώσουν οι τρεις, το πρόσημο είναι θετικό. Κι αυτό από μόνο του φανερώνει κάτι πολύ απλό. Στις μετεγγραφές, το ποσοστό αποτυχίας ήταν, είναι και θα παραμείνει ιδιαίτερα υψηλό.
Καλώς ή κακώς, στην προσπάθεια των ομάδων να παρουσιάσουν κάθε προσθήκη ως επιτυχία και των ΜΜΕ να προσελκύσουν αναγνώστες, επιστρατεύονται εύηχοι τίτλοι όπως «Ο ηγέτης της άμυνας», «το 10άρι της διαφοράς», «ο επιθετικός κλάσης». Κι άντε μετά ποιος ακούει τον οπαδό του ΑΠΟΕΛ, εάν ο Τζούρισιτς δεν περνά όποιον βρίσκει μπροστά του σαν σταματημένο, τον Ομόνοιατη εφόσον ο Τζούνις δεν εξελιχθεί σε μηχανή παραγωγής γκολ ή τον Απολλωνίστα εάν ο Όζμπολτ δεν αποδειχθεί καλύτερος του Μάρκες.
Συμπερασματικά, όσο πιο ψηλά ανεβαίνει ο πήχης των προσδοκιών γύρω από μία μετεγγραφή, τόσο αυξάνονται και οι πιθανότητες να χαρακτηριστεί αποτυχημένη. Γιατί, στο τέλος της ημέρας, οι ποδοσφαιριστές καλούνται πολλές φορές να ανταποκριθούν όχι στις πραγματικές τους δυνατότητες, αλλά στις υπερβολικές προσδοκίες που δημιουργήθηκαν γύρω από το όνομά τους.